Real Estate News NETWORKSOCIALOPINION.GR | INVESTNEWS.GR | PARATIRITIS.GR | PREMIUM.PARATIRITIS.GR

Αγορά Ακινήτων

Ακριβό μου σπίτι

Συνολικά 26,78 δισ. ευρώ δαπάνησαν το 2015 τα ελληνικά νοικοκυριά για τις ανάγκες στέγασής τους, μέγεθος που αγγίζει το 14,3% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με στοιχεία , το ποσό αυτό αφορά δαπάνες ενοικίων, συντήρησης/κοινοχρήστων και επισκευών, όπως επίσης και δαπάνες για την πληρωμή αγαθών κοινής ωφέλειας, όπως ρεύμα, νερό και πετρέλαιο θέρμανσης, ή άλλο καύσιμο, όπως φυσικό αέριο. Τα εν λόγω έξοδα αποτέλεσαν το 20,6% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών στην Ελλάδα, όντας παράλληλα η σημαντικότερη δαπάνη, ενώ ακολούθησαν με 16,6% του συνόλου οι δαπάνες σίτισης και με 14,8% οι δαπάνες εστίασης και διαμονής σε ξενοδοχεία. Σε σχέση με το 2005, προκύπτει αύξηση των δαπανών στέγασης κατά 2,7%, καθώς αυτές αποτελούσαν το 17,9% του συνόλου των εξόδων των νοικοκυριών πριν από δέκα χρόνια. Ανάλογη τάση καταγράφεται συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου σχεδόν το 25% των δαπανών των νοικοκυριών αφορά την κάλυψη αναγκών στέγασης, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 13,4% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, ή σε περίπου 2 τρισ. ευρώ. Μάλιστα, οι δαπάνες αυτές είναι με διαφορά οι σημαντικότερες για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση να καταγράφεται στη Δανία με 29,4%, ενώ ακολουθούν η Φινλανδία με 28,2%, η Γαλλία με 26,4%, η Σουηδία με 26% και η Τσεχία με 25,9%. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα έξοδα στέγασης απολαμβάνουν οι κάτοικοι της Μάλτας με 10,1% του συνόλου των εξόδων τους, ενώ ακολουθεί η Λιθουανία με 15,8%, η Κύπρος με 16,6%, η Εσθονία με 18%, ενώ σε Βουλγαρία, Πορτογαλία και Σλοβενία, το σχετικό ποσοστό δεν ξεπερνά το 18,8%. Αντίστοιχα, η αύξηση των συγκεκριμένων δαπανών σε σχέση με το 2005 άγγιξε το 1,9% σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ο μέσος όρος των σχετικών δαπανών ως ποσοστό επί του συνόλου της δαπάνης των νοικοκυριών, ανέρχεται πλέον σε 24,4%, έναντι 22,5%. Πλην της Ελλάδας, μεγάλη άνοδος των εξόδων στέγασης καταγράφεται επίσης σε Ισπανία με 5,6%, Ιρλανδία με 5% και Πορτογαλία με 4,5%. Στον αντίποδα, πτώση των σχετικών δαπανών σε σχέση με πριν από 10 χρόνια καταγράφεται, μεταξύ άλλων, στη Σλοβακία με -1,3%, στη Σουηδία με -1%, στη Μάλτα με -0,9%, στην Πολωνία με -0,7% και στη Γερμανία με -0,4%. Εν τω μεταξύ, αξίζει να σημειωθεί ότι σε πρόσφατη έρευνα του ευρωπαϊκού φορέα FEANTSA, η οποία βασίζεται στην επεξεργασία στοιχείων και δεικτών της Eurostat που δημοσιεύθηκαν φέτος και αφορούν το 2014, προέκυψε ότι η Ελλάδα εμφανίζει τη χειρότερη εικόνα στην Ε.Ε., αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών και της δυνατότητάς τους να συντηρήσουν τα ακίνητά τους και να καλύπτουν τις βασικές στεγαστικές τους ανάγκες. Ειδικότερα, σχεδόν το 41% του πληθυσμού αξιολογείται ως υπερβολικά επιβαρυμένο οικονομικά, δαπανώντας πάνω από το 40% του συνολικού εισοδήματος για την κάλυψη εξόδων που σχετίζονται με το ακίνητό του. Πρόκειται για δαπάνες όπως οι φόροι που συνδέονται με το ακίνητο (ΕΝΦΙΑ, δημοτικά τέλη), ενοίκιο, ή δόση στεγαστικού δανείου (όπου υπάρχουν), έξοδα θέρμανσης, νερού, τηλεφώνου και δαπάνες κοινοχρήστων/συντήρησης. Ενδεικτικό του «χάσματος» με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι ότι το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνάει το 11,5% του πληθυσμού.

Μαύρα μαντάτα

Στο «ναδίρ» αναμένεται να παραμείνει για πολλά χρόνια ακόμα η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ακόμα και μετά την έναρξη της οικονομικής ανάκαμψης, εκτιμάται ότι θα περιοριστεί σε επιλεκτικές επενδύσεις μεμονωμένων αναπτύξεων και έργων τουριστικού κυρίως χαρακτήρα. Αιτία το γεγονός ότι έχει συσσωρευθεί ένας τεράστιος όγκος κενών ακινήτων κάθε ηλικίας, που είναι σχεδόν απίθανο να απορροφηθεί με την παρούσα τάξη πραγμάτων. Οπως αναφέρουν φορείς της αγοράς ακινήτων, τόσο σήμερα όσο και για αρκετά χρόνια μετά το πέρας της παρούσας οικονομικής κρίσης, η ανέγερση νέων οικοδομών θα είναι τελείως ασύμφορη, δεδομένου ότι οι επιλογές αγοράς ακινήτων θα είναι πολυάριθμες και σε τιμές ακόμα και κάτω του κόστους κατασκευής.Το μεγαλύτερο ζήτημα για την ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας προκύπτει από την τεράστια υπερπροσφορά που έχει διαμορφωθεί στην αγορά. Σήμερα, υπολογίζεται ότι τα κενά ακίνητα πανελλαδικά ανέρχονται σε τουλάχιστον 500.000. Από αυτά, περίπου τα 200.000 είναι τα απούλητα διαμερίσματα και κατοικίες, νεόδμητα και μεταχειρισμένα. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα ξενοίκιαστα ακίνητα, όπως επίσης και οι χιλιάδες εγκαταλελειμμένοι επαγγελματικοί χώροι, αλλά και καταστήματα, ως αποτέλεσμα των «λουκέτων» των επιχειρήσεων και των καταστημάτων.Ενα ρεαλιστικό σενάριο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να επιστρέφει στα προ κρίσης επίπεδα περίπου το 2030, προβλέπεται ότι οι αξίες των κατοικιών θα επανέλθουν στο επίπεδο που βρίσκονταν την περίοδο 2002-2008 μετά το 2050 και εφόσον καταγραφεί μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησής τους κατά 0,6%.

Επιστροφή στο ενοικιο

Η δεδομένη στροφή της πλειονότητας των νοικοκυριών στην ενοικίαση και όχι στην κατοχή ακινήτου μόνο πρόσκαιρο φαινόμενο δεν προβλέπεται ότι θα είναι.Η τάση αυτή αφορά κατ’ αρχάς την πλειονότητα των νεοεισερχομένων στην αγορά ακινήτων, δηλαδή των νέων νοικοκυριών, εργένηδων κ.ά., ανθρώπων που έχουν γαλουχηθεί στην κρίση και στη φορολογική επιβάρυνση που διέπει πλέον τα ακίνητα και που θεωρείται σχεδόν απίθανο να διαφοροποιηθεί τα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν η χώρα εξέλθει σταδιακά από την οικονομική κρίση και ανακάμψει οικονομικά. Επί της ουσίας, αλλάζει μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας ότι πρέπει ο καθένας να διαθέτει «ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του». Κάτι τέτοιο σήμερα είναι ανέφικτο για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών, όπως πιστοποιείται και από τον πολύ χαμηλό όγκο συναλλαγών. Οι συνεχείς αλλαγές της φορολογίας ακινήτων και η γενικότερη επιβάρυνση της κατοχής ακινήτου έχουν δημιουργήσει μια πλασματική εικόνα, ότι το ακίνητο δεν είναι καλή επενδυτική επιλογή. Αν δεν διαφοροποιηθεί η αντίληψη αυτή, δύσκολα θα επιστρέψουμε στην παλιότερη πεποίθηση πως πρέπει κανείς να έχει το δικό του ακίνητο. Ακόμη και αν οι τράπεζες επιστρέψουν σε πιο υγιή βάση, αποκτήσουν επαρκή ρευστότητα και καθαρίσουν τον τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων, αλλά και ακινήτων που έχουν συσσωρεύσει τα τελευταία χρόνια, είναι μάλλον ουτοπικό να θεωρεί κανείς ότι η αγορά στεγαστικής πίστης θα επιστρέψει στο επίπεδο που είχε βρεθεί το διάστημα που προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης. Αλλωστε, το πλαίσιο στο οποίο θα κληθούν να λειτουργήσουν είναι πλέον εκ διαμέτρου διαφορετικό από εκείνο που ίσχυε, π.χ., την περίοδο 2006-2008.

500.000 βαρίδια

Τουλάχιστον 500.000 υπολογίζεται ότι είναι τα κενά κτίσματα κάθε ηλικίας σε πανελλαδικό επίπεδο, μέγεθος που αναμένεται να λειτουργήσει σαν βαρίδι για την ανάταξη του κλάδου των ακινήτων, ακόμα και όταν η οικονομία ανακάμψει. Ο αριθμός αυτός αφορά τόσο τα απούλητα ακίνητα, τα οποία εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 200.000 και στα οποία περιλαμβάνονται νεόδμητα και μεταχειρισμένες κατοικίες, όσο και τα ξενοίκιαστα ακίνητα, όπως επίσης και τα εγκαταλελειμμένα που έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα των «λουκέτων» χιλιάδων επιχειρήσεων και καταστημάτων. Τα ακίνητα ερημώνουν και για μια σειρά άλλων παραγόντων που σχετίζονται με την οικονομική κρίση, όπως π.χ. η αναχώρηση πολλών χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό για αναζήτηση εργασίας, όπως επίσης και η επιστροφή πολλών νέων στην πατρική στέγη καθώς δεν αντέχουν οικονομικά να συντηρήσουν την κατοικία στην οποία μένουν. Επίσης, «έχουν αναχωρήσει πολλοί ξένοι που εργάζονταν στην Ελλάδα, λόγω έλλειψης απασχόλησης στη χώρα μας, ενώ παράλληλα άλλοι Ελληνες έχουν επιστρέψει στα χωριά τους λόγω της κρίσης. Δεν θα πρέπει να υποτιμούμε και τον παράγοντα του δημογραφικού με συνεχείς μειωτικές τάσεις του πληθυσμού της χώρας μας, που επίσης λειτουργεί αρνητικά για την πορεία της ζήτησης, τόσο τη σημερινή όσο και τη μελλοντική. Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις μεγάλες εισοδηματικές απώλειες των νοικοκυριών (πτώση αμοιβών κατά τουλάχιστον 25%, ανεργία, μείωση συντάξεων και εφάπαξ, αύξηση φορολογίας), συνεπάγονται ότι η οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ήδη έχει υποχωρήσει κατά 95% από το 2007 μέχρι σήμερα, δύσκολα θα ανακάμψει σύντομα. Το κόστος ανέγερσης νέων οικοδομών ανέρχεται σήμερα σε περίπου 950 ευρώ/τ.μ., ενώ αν προστεθεί η αξία του οικοπέδου και κάποιο ελάχιστο επιχειρηματικό κέρδος, είναι δεδομένο ότι η ανέγερση νέων οικοδομών είναι επί της ουσίας οικονομικά ασύμφορη. Αλλωστε, οι τιμές έχουν υποχωρήσει κατά 42% κατά μέσον όρο μέχρι σήμερα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως μεγάλων διαμερισμάτων σε καλές περιοχές, οι απώλειες αγγίζουν ακόμα και το 60% σε σχέση με το 2008.

Τα μυστήρια του Λονδίνου

1800 ευρώ για ένα κομψό διαμέρισμα και μάλιστα στη πλούσια συνοικία του Westmister είναι κάτι φτηνό και γι' αυτό δυσεύρετο στη βρετανική πρωτεύουσα. Αλλά πολύ γρήγορα η ελκυστική προσφορά μπορεί να αποδειχθεί κούφια. Γιατί το ποσό δεν είναι για ένα μήνα, αλλά για μια εβδομάδα. Πολλοί πέφτουν σε τέτοιες αγγελίες - παγίδα. Το Λονδίνο είναι μια από πιο ακριβές πόλεις του κόσμου γιατί η προσφορά δεν καλύπτει τη ζήτηση.Ο λόγος; Χώρος για οικοδόμηση νέων σπιτιών δεν υπάρχει, στις περιοχές πρασίνου απαγορεύονται οικοδομικές εργασίες, πολλά σπίτια έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Υπάρχουν 40ρηδες ή και μεγαλύτεροι ακόμη που συγκατοικούν για να μειώσουν τα έξοδα διαμονής. Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία πολιτών που γυρίζει τα νώτα στην μεγαλούπολη και επιλέγει την επαρχία. «Χρειάζομαι τουλάχιστον δύο ώρες ανά διαδρομή για να πάω από το Μπράιτον στη δουλειά μου», λέει ένας 57χρονος Βρετανός που έχει πεισθεί ότι δεν θα είχε στο Λονδίνο την ίδια ποιότητα ζωής (σπίτι με κήπο) για την οικογένειά του. Πάνω από 8 εκ. άνθρωποι ζουν στο πολυπολιτισμικό Λονδίνο, μάλιστα ο πρώην δήμαρχός του, υπέρμαχος του Brexit και νυν υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, ανεβάζει για το 2050 τον αριθμό στα 13 εκ. Σε περίπτωση που δημοσιονομικά ινστιτούτα μεταφέρουν την έδρα τους εκτός Λονδίνου, δεν αποκλείεται να κατέβουν οι τιμές ακινήτων σε αποδεκτά επίπεδα. Για τις υπηρεσίες τους οι τράπεζες χρειάζονται νομικά αυτόνομες θυγατρικές εταιρείες με έδρα σε μια χώρα της ΕΕ. Συνολικά 164.000 εργάζονται στο λεγόμενο Σίτι του Λονδίνου, στην καρδιά του χρηματοπιστωτικού κέντρου της πρωτεύουσας. Τι θα γίνει εάν όταν όλοι αυτοί χρειαστεί να μετακομίσουν εκτός της χώρας; Περισσότεροι από το 1/3 των εκμισθωτών στη Μ. Βρετανία φοβούνται αρνητικές επιπτώσεις από το Brexit σύμφωνα με δημοσκόπηση της National Landloards Association. Ιδιαίτερα στο Λονδίνο, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 55% των ερωτηθέντων, ενώ μόλις ένα 5% διακατέχεται από αισιοδοξία σχετικά. Σημασία έχει πάντως ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μετά βεβαιότητας τις επιπτώσεις του Brexit στην αγορά ακινήτων. Πολλά εξαρτώνται από τις προϋποθέσεις εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ και τις επιπτώσεις που θα έχει σε ξένους από χώρες της Ευρώπης. «Μεσοπρόθεσμα καταγράφεται κλίμα διστακτικότητας ανάμεσα στους πωλητές και αγοραστές, μέχρις ότου επικρατήσει και πάλι ασφάλεια γύρω από τις οικονομικές επιπτώσεις τους Brexit» υποστηρίζει η Home Owners Alliance, που συγκεντρώνει όλους τους ιδιοκτήτες σπιτιών του Λονδίνου. Μέχρι τότε, πολλοί ενοικιαστές και ενδιαφερόμενοι θα συνεχίσουν να τρίβουν τα μάτια για τις τιμές. Για παράδειγμα, 96.000 ευρώ το μήνα κοστίζει το ενοίκιο για ένα πολυτελέστατο πεντχάουζ, ή 1650 ευρώ ένα μικρό διαμέρισμα με μούχλα στο μπάνιο. Ακόμη και ένα απλό γκαράζ στην συνοικία της υψηλής κοινωνίας Τσέλσι έφτασε τα 400.000 ευρώ σε δημοπρασία, βέβαια δώρο άδωρο, γιατί δεν χωρά μια πολυτελή λιμουζίνα…

  • Ακίνητα Τραπεζών

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter του Realestatenews για να λαμβάνετε καθημερινή ενημέρωση.

Τα Ακίνητα στη Ζωή μας

pomidaani

nomisma_140x60
baner-pontiki